Το απόσπασμα του Φώτη

Έξω από το παράθυρό μου κάποιος βρίζει θεούς και δαίμονες. Βλαστημάει και χτυπιέται, τρέχα γύρευε γιατί. Πρέπει να είναι πιωμένος, ίσα που στέκεται στα πόδια του.

«Θα σας σκοτώσω όλους, βρωμοκαργιόλες!», κραυγάζει κουνώντας τις μπουνιές του προς πάσα κατεύθυνση.

Τώρα μόλις κλώτσησε έναν κάδο σκουπιδιών και διπλώθηκε στα δύο από τον πόνο. Προφανώς ο κάδος είναι γεμάτος και δεν κουνήθηκε ρούπι. Το έχω συνηθίσει πια όλο αυτό το πανηγύρι, δεν με πειράζει. Τα μεσημέρια μαζεύεται στο δρόμο κάθε καρυδιάς καρύδι και γίνεται χαμός. Μεθυσμένοι, μαστουρωμένοι, σεκλετισμένοι, τρελοί, όλοι εδώ τριγυρνάνε. Τέτοια περιστατικά αποτελούν την ημερήσια διάταξη της ζωής μου. Στην αρχή εντυπωσιαζόμουν, τώρα όμως όλα αυτά μου είναι απλώς αδιάφορα.

Τα βράδια το πεζοδρόμιο γεμίζει γυναίκες. Κάτω από τη λάμπα της ΔΕΗ τριγυρνάνε όλες τους, σαν τις πυγολαμπίδες. Έτσι όπως κόβουν βόλτες πάνω κάτω τα ρούχα τους γυαλίζουν σαν ψεύτικα. Μοιάζουν με κούκλες που κατέβηκαν από το ράφι και βγήκαν παγανιά. Συνήθως περπατάνε δυο δυο πιασμένες αγκαζέ, αλλά πολλές φορές καθεμιά ακολουθεί το δικό της δρομολόγιο. Ο καπνός από τα τσιγάρα τους μου θυμίζει πάχνη ή μικρά σύννεφα που διαλύονται στην καταχνιά. Μερικά βράδια, έτσι όπως κάθομαι και τις κοιτάζω, νομίζω πως βρίσκομαι στο σινεμά και όχι στο δωμάτιό μου.

Οι περισσότερες κοπέλες είναι τακτικές. Έχω αρχίσει και μαθαίνω μέχρι και τα ονόματά τους. Χτες το βράδυ η Σήλια έφυγε με έναν μηχανόβιο που τη γυρόφερνε κάμποση ώρα μέχρι να αποφασίσει να την πάρει και τελικώς επέστρεψε τρεκλίζοντας περασμένα μεσάνυχτα. Καθώς διέσχιζε το δρόμο με τα χοντροτάκουνά της σκόνταψε και σωριάστηκε στην άσφαλτο φαρδιά πλατιά. Τα κορίτσια ορμήσανε και τη σηκώσανε σα σακί. Ο περιπτεράς έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο και έτρεξε να της βρέξει το πρόσωπο αλλά αυτή τον έδιωξε χειρονομώντας άγαρμπα. Λένε πως είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της μα εκείνη είναι καψούρα με έναν πελάτη που έρχεται και την παίρνει κάθε Σάββατο με τη Μερσεντές του, κι έτσι δεν του δίνει σημασία. Δεν ξέρω βέβαια αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή απλές φήμες κι ούτε ρωτάω περαιτέρω.

Στο πόστο της περίμενε η Λίνα, που τον τελευταίο καιρό δε σταυρώνει πελάτη για πελάτη. Η Λίνα είναι κοντή και αδύνατη, με μαύρα μαλλιά και σκουλαρίκι στη μύτη. Είναι δεν είναι σαράντα κιλά. Είναι τόσο χλωμή που λες πως πάσχει από Μεσογειακή Αναιμία. Μοιάζει με μαθήτρια λυκείου που έκανε κοπάνα από τα Λατινικά και κατέβηκε στους δρόμους.

Χτες την παρακολουθούσα καθώς γυρόφερνε αμίλητη το περίπτερο και κάθε που περνούσε αυτοκίνητο πεταγότανε στο δρόμο και άνοιγε το χέρι της σα βεντάλια μπροστά στο παρμπρίζ. Φαίνεται άκεφη τώρα τελευταία, δεν ξέρω γιατί, κι ίσως αυτό να το καταλαβαίνουν οι πελάτες και να αποφεύγουν τα πολλά πολλά μαζί της. Λένε πως είναι χωμένη ως το λαιμό στην ηρωίνη και πως κάνει πεζοδρόμιο μόνο και μόνο για να εξασφαλίζει τη δόση της. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα πάντως είναι πως η Λίνα δείχνει να αισθάνεται διαρκώς ένοχη αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το γιατί.

Η Πωλίνα είναι Νιγηριανή. Είναι η μόνη ξένη στην περιοχή, όλες οι υπόλοιπες λένε πως είναι Ελληνίδες. Εγώ ξέρω πως οι μισές είναι Αλβανές και οι άλλες μισές Ρωσίδες, αλλά δε μου πέφτει λόγος, οπότε γιατί να ασχοληθώ; Καμιά φορά, τα απογεύματα, η Πωλίνα πλησιάζει στο παράθυρο και λέμε καμιά κουβέντα. Έχει ένα γιο τριών χρονών που μένει με τη μάνα της σε μια γκαρσονιέρα στα Λαδάδικα. Άντρα δεν έχει. Μαζεύει λεφτά για να αγοράσει σπίτι και σκέφτεται σε δυο τρία χρόνια να παρατήσει το πεζοδρόμιο και να ανοίξει κομμωτήριο. Τις προάλλες μου έλεγε πως έχει σπουδάσει κομμώτρια στην πατρίδα της και πως διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για να ανοίξει δική της επιχείρηση. Μόνο τα φράγκα δεν έχει, γι’ αυτό και κάνει αυτή τη δουλειά μέχρι να τακτοποιηθεί και να φύγει.

Η Έλσα είναι η γηραιότερη της παρέας. Κοντεύει τα σαράντα κι είναι ακόμα στο κλαρί. Οι άλλες την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της γιατί το πρόσωπό της είναι σπασμένο και τα βυζιά της πλαδαρά. Ντύνεται πιο φανταχτερά απ’ όλες, ίσως για να αντισταθμίσει αυτή τη διαφορά. Κάθε βράδυ εμφανίζεται με διαφορετικό χρώμα περούκα και κάτι χοντρά δαχτυλίδια που κάνουν τα δάχτυλά της να μοιάζουν με πάγκους παιχνιδιών. Τα μπούτια της ξεπροβάλλουν σαν παραγεμισμένα λουκάνικα κάτω από τη στενή φούστα και την κάνουν να φαίνεται κάπως αστεία. Έτσι όπως βηματίζει αργά και κουνιστά στο δρόμο μοιάζει με κούκλα, από εκείνες τις φουσκωτές που πουλάνε στα σεξομάγαζα. Όταν γελάει ο δρόμος αντηχεί από τη βραχνή φωνή της που είναι σα να βγαίνει από πηγάδι. Αν δεν την δει κανείς πως είναι αυτή μπορεί να νομίσει ότι γελάει άντρας.

Θυμάμαι ένα βράδυ έσκασε μύτη ένα πρεζόνι και άρχισε να φοβερίζει τα κορίτσια με ένα σουγιά για να τους πάρει την είσπραξη. Τις στρίμωξε δίπλα στα ουρητήρια του πάρκου και χειρονομούσε προς το μέρος τους σαν παλαβός. Ο περιπτεράς δεν έβγαλε άχνα, στην πλατεία ψυχή. Εγώ καθόμουν ως συνήθως στο παράθυρο και χάζευα την κίνηση πίσω από την κουρτίνα. Μόλις είδα την Πωλίνα να ανοίγει την τσάντα της και να του χώνει ένα μάτσο χαρτονομίσματα στο χέρι άνοιξα το τζάμι κι έβαλα μια φωνή που τους έκανε όλους να μείνουν κόκαλο.

«Ουστ από δω, ρε αλήτη!», φώναξα βγάζοντας έξω το κεφάλι. «Θα φωνάξω την αστυνομία, τσακίσου από δω ρεμάλι», και πάτησα και μια σφυριξιά που κουφάθηκε το σύμπαν.

Ήμουν με τη φανέλα και το σώβρακο, αλλά δεν χαμπάριαζα Χριστό. Αν χρειαζόταν δεν το είχα σε τίποτα να σαλτάρω στο δρόμο και να τον πάρω στο κατόπι. Το πρεζόνι τα χρειάστηκε. Το ‘βαλε στα πόδια και χάθηκε στο πάρκο ώσπου να πεις κύμινο.

Μετά από αυτό οι κοπέλες μαζεύτηκαν μπουλούκι μπροστά στο περίπτερο και φωνάζανε. Το μόνο που παρατήρησα έπειτα ήταν πως ο περιπτεράς συνέχισε να λουφάρει κάνοντας την πάπια και μετά από λίγο κατέβασε ρολά κι έφυγε.

Εδώ και τόσους μήνες που ζω στη Θεσσαλονίκη οι μόνες μου παρτίδες με κόσμο είναι με τα κορίτσια της γειτονιάς. Με αυτές λέω καμιά κουβέντα πού και πού. Με τη γειτονιά κρατάω αποστάσεις. Στο εργοστάσιο δεν έχω πάρε δώσε με κανέναν. Πάω, κάνω τη δουλειά μου και μετά γυρίζω σπίτι μου. Με τους συναδέλφους δε θέλω και πολλά πολλά, άλλωστε δεν έχω βρει και κανέναν που να μου ταιριάζει. Προτιμώ να είμαι μόνος μου παρά με κάποιον που δεν θα έκανα πραγματικά κέφι.

Στο διαμέρισμά μου είμαι ευχαριστημένος. Είναι κεντρικό και φτηνό. Όταν το νοίκιασα είχε κάμποσα μερεμέτια που τα κανόνισα μόνος μου σιγά σιγά κι έτσι είχα μια μικρή έκπτωση στο νοίκι. Έκανα τα βαψίματα, έτριψα το πάτωμα που έμοιαζε με καψαλισμένο αλουμινόχαρτο και πέρασα καινούρια πλακάκια στην κουζίνα.

Μαγειρεύω κάνα φαγάκι πού και πού, αλλά συνήθως τσιμπάω έξω. Τα βράδια χαζεύω λίγο στην τηλεόραση, ακούω ραδιόφωνο ή ρίχνω πασιέντζες μέχρι να νυστάξω και να πέσω για ύπνο. Τα Σαββατοκύριακα κάνω γενική καθαριότητα και τα ψώνια της εβδομάδας από τη λαϊκή. Όποτε έχω κέφι κάνω και καμιά βόλτα στην παραλία, πίνω κάνα καφέ και διαβάζω εφημερίδα. Τον υπόλοιπο καιρό μένω μέσα, διαβάζω τα γράμματα, χαζεύω τα κορίτσια στο δρόμο ή δεν κάνω απολύτως τίποτα.

Την τελευταία φορά που έφερα την Έλσα στο σπίτι ήταν πριν κάνα μήνα. Συνήθως αποφεύγω να καλώ την ίδια κοπέλα δεύτερη φορά, τουλάχιστον όχι συνεχόμενα. Εκείνες τις μέρες όμως περνάγαμε καλά μαζί, κι έτσι έκανα μια εξαίρεση. Η αλήθεια είναι πως το σεξ δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου.  Στο κρεβάτι πέφτω σχεδόν υποχρεωτικά, ίσως πιο πολύ επειδή έτσι συνηθίζεται ή για να μην έχουνε να λένε παρά επειδή το χρειάζομαι.

Τις προάλλες που καθίσαμε παρέα και τα λέγαμε μου ανοίχτηκε ακόμα πιο πολύ. Ένιωσα πως εκείνο το βράδυ αρχίσαμε να γινόμαστε πραγματικοί φίλοι. Πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον με έναν παράξενο τρόπο, σχεδόν ανησυχητικά ανθρώπινο για τα προσωπικά μου δεδομένα. Μου μίλησε για το σπίτι της, για τα παιδικά της χρόνια, για τον αδερφό της που ήταν από άλλη μάνα και που τον ερωτεύτηκε μέχρι θανάτου κάπου στα δεκατέσσερα. Αφού έγινε ό, τι έγινε μεταξύ τους, κάποια στιγμή μαθεύτηκαν τα μαντάτα στο χωριό και ξέσπασε ο μεγάλος καυγάς που την ανάγκασε να τα μαζέψει και να φύγει άρον άρον. Νύχτα και στα κρυφά, ολομόναχη. Κι ο αδερφός να κάνει πως δεν την ξέρει.

«Αυτό με πείραξε χειρότερα απ’ όλα. Μου’ κανε την καρδιά κομμάτια», μου είπε κατεβάζοντας τη μια ρακή μετά την άλλη. «Ας είχε γίνει ό, τι έγινε, φτάνει να ήξερα πως όλο αυτό το νταραβέρι άξιζε κάτι και πως η ζωή μου δεν είχε καταστραφεί για μια παραμύθα».

Εγώ δεν ήξερα τι να της πω. Καλά καλά ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να βοηθήσω όταν χρειάζεται, πού να δώσω και συμβουλές στον κόσμο; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να της ανοίξω την καρδιά μου όπως είχε κάνει και αυτή. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα μιλήσει σε κάποιον τόσο ειλικρινά. Ούτε καν στο Χρήστο που είναι φίλος από τα παιδικά μου χρόνια και ξέρω πως θα έβαζε για μένα το χέρι στη φωτιά.

Της είπα για τη μάνα μου, για τα γράμματα του πατέρα, για τη ζωή μου στο χωριό. Όλη νύχτα καθόταν και άκουγε τα εσώψυχά μου. Ήμασταν συγκινημένοι και όλα φαίνονταν παράξενα οικεία. Κάπως έτσι ξεστόμισα κι αυτό που ποτέ άλλοτε δεν είχα τολμήσει να ομολογήσω σε άνθρωπο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν μέτρησα τα λόγια μου, της μίλησα ελεύθερα, δίχως να φοβάμαι. Με το που τέλειωσα την κουβέντα μου ένιωσα πως εκείνο το αβάσταχτο βάρος που με έπνιγε από μικρό παιδί είχε κάνει μονομιάς φτερά αφήνοντάς με επιτέλους να αναπνεύσω ελεύθερα.

Η Έλσα δεν αντέδρασε μπροστά στα νέα. Νομίζω πως δεν ξαφνιάστηκε καν. Παρέμεινε ήρεμη, με το χέρι της να σκεπάζει συνέχεια το δικό μου, χαμογελώντας βουβά. Ένιωθα πως η σιωπή της είχε μια ανεξήγητη σοφία, ένα βάρος σημαντικό και ανεξιχνίαστο. Ήταν μια σιωπή πιο φλύαρη κι από ένα εκατομμύριο λέξεις. Ανάψαμε κι άλλα τσιγάρα, ήπιαμε κι άλλη ρακή. Προς τα χαράματα πέρασε το χέρι της γύρω από τους ώμους μου και με φίλησε με κάτι που έμοιαζε με πραγματική αγάπη, ξαφνικά.

«Το είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Απόψε αναγνώρισες για πρώτη φορά τον εαυτό σου, κι αυτό μόνο σε καλό μπορεί να σου βγει», ήταν το μόνο που μου είπε κλείνοντας αθόρυβα πίσω της την πόρτα.

Εκείνο το βράδυ η Έλσα δεν δέχτηκε λεφτά. Βγήκε από το σπίτι μου κοιτώντας με γλυκά, με ένα χαμόγελο όμοιο με εκείνο που θυμόμουν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του φύλακα αγγέλου της πλαστικής εικονίτσας που κρεμόταν πάνω από το κρεβάτι μου όταν ήμουν παιδί και φοβόμουν τα σκοτάδια, τις σκιές, τη μητέρα μου και τα ανομολόγητα μυστικά.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Απρίλιος 20, 2010, in 1 and tagged . Bookmark the permalink. 5 Σχόλια.

  1. Το διήγημά σας είναι μια μικρή πινακοθήκη εικόνων που περνώντας μπροστά τους ο αναγνώστης-θεατής βλέπει διαδοχικά φωτίζεται ένα κεντρικό σημείο – ο μίτος της αφήγησης, ενώ τα άλλα παραμένουν εύγλωττες σκιές. Τι μαστοριά!

  2. @Τσαλαπετεινός

    Αχ, τέτοια μου λέτε και τα μυαλά μου γίνονται πολύχρωμα αερόστατα! Και σε έναν κόσμο δίχως αεροπλάνα, μόνο με μικρά λευκά συννεφάκια στον ουρανό, πετάνε αδέσποτα και χαιρετούν την άνοιξη!
    Σας ευχαριστώ! Μετράει πολύ για μένα η γνώμη σας. Με τιμάτε.

  3. Κομμάτι βιβλίου είναι και το λέτε απόσπασμα?
    Το θέλω.

  4. @Time

    Υπομονή. Όλα θα γίνουν.

    @nitrome2

    Καλωσορίσατε κι ευχαριστώ πολύ για τον καλό το λόγο!

    Καλημέρες θηριάκια 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: